Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2018

Aντίσταση στο σχολείο της αγοράς

Ο Σεραφείμ Ρίζος εξηγεί γιατί οι εκπαιδευτικοί αντιστέκονται στην πολιτική που προωθεί σχολεία των χορηγών και σχολεία των φτωχών
Συγκέντρωση στην πύλη του Υπουργείου Παιδείας


Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με την εκπαιδευτική πολιτική που εφαρμόζει στα τρεισήμισι χρόνια της ύπαρξής της, έχει εγκαταλείψει κάθε αριστερή αναφορά και ακολουθεί όλες τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, που συντείνουν στη διαμόρφωση ενός δημόσιου σχολείου χαμηλού κόστους για το κράτος και υψηλού για τους εργαζόμενους. Δεν πρόκειται για έναν «προσωρινό συμβιβασμό» γιατί ταυτόχρονα έχει αποδεχθεί και προσπαθεί να υλοποιήσει τις βαθύτερες στρατηγικές των καπιταλιστών.
Εδώ και μια δεκαετία οι περικοπές των δημοσίων δαπανών έχουν πλήξει σοβαρά τη Δημόσια και Δωρεάν Παιδεία. Με την εκδήλωση της κρίσης έχει κλιμακωθεί η προσπάθεια να φορτωθεί η εργατική τάξη το κόστος σπουδών των παιδιών της. Από το 2008 έως το 2015 οι ετήσιες δημόσιες δαπάνες μειώθηκαν από τα 8.320,1 εκ. ευρώ σε 5.584,2 εκ. ευρώ, μείωση της τάξης του 32,9%! Στο ίδιο χρονικό διάστημα οι οικογενειακές δαπάνες αυξήθηκαν αναλογικά σε σχέση με τις δημόσιες. Η συμβολή των οικογενειών των μαθητών, είναι σε ποσοστό μεγαλύτερη απ’ ότι στο παρελθόν. Το 2014 οι οικογενειακές δαπάνες έφτασαν σχεδόν τα 3/5 των δημόσιων δαπανών.1
Οι πανηγυρισμοί του Γαβρόγλου ότι κατόρθωσαν να ξεπεράσουν τις προβλέψεις του μεσοπρόθεσμου των Σαμαροβενιζέλων για το 2018, σε ό,τι αφορά στις κρατικές δαπάνες για την Παιδεία, είναι επικοινωνιακές φαιδρότητες. Τα 5.367 εκ. ευρώ που εξασφάλισε είναι η εφαρμογή της πολιτικής των πλεονασμάτων του 3,5% που μας φέρνει σε χειρότερο σημείο ακόμη και από το 2015. Σίγουρα δεν είναι αυτό στο οποίο ήλπιζαν όσοι στήριξαν το ΣΥΡΙΖΑ.
Οι πιέσεις των δανειστών για λιγότερο προσωπικό, λιγότερα σχολεία, μεγαλύτερα τμήματα, συρρίκνωση των δημόσιων δομών και η προσαρμογή της κυβέρνησης έχουν δραματικές συνέπειες σε κάθε τομέα της εκπαίδευσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σχολική στέγη. Όχι μόνο δεν ξανάνοιξε κανένα από τα 1335 σχολεία που έκλεισαν το διάστημα από το 2008 έως το 2014, αλλά προωθούνται νέες συγχωνεύσεις - κλεισίματα. Πολλοί μαθητές εξακολουθούν να κάνουν μάθημα σε κοντέινερς με ανύπαρκτη μόνωση, χειμώνα- καλοκαίρι. Οι γονείς σε πάρα πολλές περιπτώσεις είναι αναγκασμένοι, με δικά τους έξοδα, να βάφουν αίθουσες και κτήρια, να επισκευάζουν τις ζημιές, να διαμορφώνουν τις αυλές στα σχολεία και ό,τι άλλο περνά από το χέρι τους. Οι επιλογές αυτές ήταν και είναι απόλυτα ταξικές. Από τα 913 Δημοτικά που έκλεισαν τα 835 ήταν ολιγοθέσια, ημιαστικών και κυρίως αγροτικών περιοχών στις οποίες έκλεισε το 41% των σχολείων. Τα υπόλοιπα ήταν σχολεία εργατικών συνοικιών. Τα σχολεία που υποφέρουν περισσότερο από τις περικοπές είναι αυτά των φτωχότερων περιοχών και δήμων. Η απάντηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι η παράδοση των σχολικών κτηρίων σε εργολάβους, στους οποίους το κράτος θα πληρώνει ενοίκιο μέσω των ΣΔΙΤ.
Οι διαδοχικές ηγεσίες του υπουργείου Παιδείας, από το 2015 και έπειτα, εμπαίζουν τους αναπληρωτές αναβάλλοντας διαρκώς τους 20.000 διορισμούς που είχαν υποσχεθεί. Κρατούν χαμηλά το εργασιακό κόστος καλύπτοντας τα κενά με μια στρατιά αναπληρωτών, που αποτελούν τους είλωτες της εκπαίδευσης. Καλύπτουν κενά έως και σε 7 σχολεία εβδομαδιαίως, δουλεύοντας στα πιο απομακρυσμένα σχολεία. Έχουν ελάχιστους μισθούς και εργασιακά δικαιώματα, ανύπαρκτες άδειες (αναρρωτικές, λοχείας, εγκυμοσύνης κλπ) και καμία κρατική μέριμνα για σίτιση και στέγαση. Η κυβέρνηση την ίδια στιγμή που επιχειρεί να περιορίσει τον αριθμό των αναγκαίων προσλήψεων (με αύξηση ωραρίου, κατάργηση υπεύθυνου ολοήμερου, συγχωνεύσεις τμημάτων, διπλασιασμό των αναγκαίων εγγραφών για την ίδρυση νηπιαγωγείου κλπ), προσπαθεί να αλλάξει τον τρόπο πρόσληψης των αναπληρωτών, με 5ετείς συμβάσεις μειωμένης απασχόλησης και συνυπολογισμό επιπλέον προσόντων πέρα από το πτυχίο, ώστε να τερματίσουν το αίτημα των μόνιμων διορισμών.
Η πρόσφατη συγχώνευση των υποστηρικτικών δομών κάνει την πρόσβαση στις υπηρεσίες που προσέφεραν πολύ πιο δύσκολη. Ειδικά στον ευαίσθητο τομέα της ειδικής αγωγής σπρώχνει τους γονείς στην ιδιωτική πρωτοβουλία και στην πρόσληψη, με δικά τους έξοδα, άνεργων εκπαιδευτικών για παράλληλη στήριξη μέσα στη σχολική τάξη. Φαινόμενο που το τελευταίο διάστημα ανθεί μέσα στο ελληνικό σχολείο.
Η μερική θέσπιση της 2χρονης υποχρεωτικής προσχολικής αγωγής μόνο κατάκτηση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, αφού θεσπίζεται μόνο σε 184 δήμους και με την προϋπόθεση ότι δεν προκύπτει κρατικό κόστος. Κατακερματίζει την εκπαίδευση ανάλογα με τις επιλογές του κάθε δήμαρχου και έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη υποβαθμισμένο δημόσιο νηπιαγωγείο στο οποίο οι περικοπές, τα μαζικά κλεισίματα, οι απαράδεκτες συνθήκες στέγασης οδήγησαν πολλούς γονείς στην ιδιωτική εκπαίδευση.2

Στόχος το σχολείο των φτωχών
Για τους καπιταλιστές όμως το σημερινό σχολείο των περικοπών εξακολουθεί να είναι ένα κεντρικά χρηματοδοτούμενο σχολείο και ακόμη κι αυτό θεωρείται δαπανηρό. Οι περικοπές από μόνες τους όσο μεγάλες και να είναι και όσες θυσίες και να έχουν σημάνει για την εργατική τάξη και τα παιδιά της, δεν είναι αρκετές, για να τους εξασφαλίσουν το εκπαιδευτικό περιβάλλον που θέλουν. Όσο το «εκπαιδευτικό προϊόν» παραμένει άυλο και μη μετρήσιμο δε δίνονται οι δυνατότητες ανάπτυξης μιας κερδοφόρας εκπαιδευτικής αγοράς (ιδιωτικών σχολείων – σχολών, κατάρτισης, εγχειριδίων, κτηρίων, εξοπλισμού, εκπαιδευτικού λογισμικού, τεστ κλπ). Έτσι επιδιώκουν οικονομικά η λειτουργία της εκπαίδευσης και των σχολείων, να προσιδιάσει τη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς, όπου ξεχωριστές επιχειρήσεις ανταγωνίζονται η μία την άλλη με τις λιγότερο αποτελεσματικές να κλείνουν.
Η πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ για την ελληνική εκπαίδευση, που έγινε κατά παραγγελία και με τη συνδρομή της κυβέρνησης, προτείνει μια δέσμη μέτρων που αφορούν στην οικονομική και διοικητική αυτονομία της σχολικής μονάδας. Η κάθε σχολική μονάδα πρέπει να φροντίζει για την εύρεση της αναγκαίας για τη λειτουργία της χρηματοδότησης, από χορηγούς, καταστρώνοντας το δικό της προϋπολογισμό. Ο διευθυντής θα γίνει κάτι σαν ανώτερο διοικητικό στέλεχος επιχείρησης που μεταξύ όλων των άλλων θα είναι υπεύθυνος και για την πρόσληψη, την αξιολόγηση και την απόλυση του προσωπικού. Πολλές αρμοδιότητες προτίθεται να εκχωρηθούν στους δήμους. Η διαμόρφωση του προγράμματος, η επιλογή βιβλίων, η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών θα αποτελούν «επιλογές» του σχολείου μέσα από τις δυνατότητες που θα του παρέχουν η αγορά και ο αυστηρός έλεγχος του δήμου και του υπουργείου.
Το βασικό εργαλείο για το θρυμματισμό του ενιαίου χαρακτήρα της εκπαίδευσης είναι η αξιολόγηση. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ κινείται στην κατεύθυνση υλοποίησής της. Ξεκινούν την αξιολόγηση της σχολικής μονάδας, επιχειρώντας την κατάταξη των σχολείων σε ενιαία κλίμακα μέτρησης, ανάλογα με τους προγραμματισμούς και την αποτίμηση του έργου τους, που θα είναι υποχρεωμένα να καταθέτουν ετησίως σε γραπτές εκθέσεις τους. Κομβικό ρόλο σε αυτό θα έχει ο νέος θεσμός του περιφερειακού συντονιστή των ΠΕΚΕΣ (Περιφερειακά Κέντρα Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού) που αντικαθιστά τους σχολικούς συμβούλους και ο οποίος, για πρώτη φορά μετά την κατάργηση του θεσμού του επιθεωρητή το 1982, θα έχει ταυτόχρονα διοικητικό και παιδαγωγικό ρόλο.
Εκτός απ’ τα σχολεία, επαναφέρουν και την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Λόγω των αντιστάσεων προσπαθούν να την εφαρμόσουν σταδιακά. Έτσι, κατάργησαν το ΠΔ 152/2013 που οι εκπαιδευτικοί είχαν καταστήσει ανενεργό και που προέβλεπε την ατομική αξιολόγηση. Προς το παρόν, υλοποιούν μόνο την αξιολόγηση των διευθυντών με ανώνυμα ερωτηματολόγια όπου η συμπλήρωση μόλις τριών αρκεί για να θεωρηθεί ότι έχει γίνει αξιολόγηση. Παίζουν παιχνίδι συσχετισμών. Καθυστερούν την εφαρμογή της ατομικής αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, μέχρις ότου δημιουργηθεί μια «κουλτούρα αξιολόγησης», όπως λένε οι διάφοροι φωστήρες του νεοφιλελευθερισμού. Δηλαδή, να καμφθεί η αντίσταση των εκπαιδευτικών από ένα συνδυασμό συναίνεσης, εξαπάτησης και τρομοκρατίας.
Πρόκειται για αναμάσημα παλιότερων αποτυχημένων νεοφιλελεύθερων προτάσεων, που όπου εφαρμόστηκαν είχαν καταστροφικά αποτελέσματα. Η σύνδεση οικονομικής και διοικητικής αυτονομίας της σχολικής μονάδας με την αξιολόγηση αποτελεί ένα φονικό συνδυασμό για τη Δημόσια και Δωρεάν Παιδεία. Η αξιολόγηση δεν είναι μια ουδέτερη διαδικασία αλλά μια ταξική επίθεση ενάντια στο σχολείο των φτωχών και στα δικαιώματά τους στη μόρφωση. Τα σχολεία διαχωρίζονται σε «καλά» και «κακά» και λειτουργούν με πολλές και διαφορετικές ταχύτητες. Το υπουργείο διατηρεί τον κεντρικό έλεγχο, απαλλασσόμενο από μεγάλο τμήμα της χρηματοδότησης των σχολείων. Οι «επιδόσεις» των σχολείων καθορίζουν τη δυνατότητά τους να προσελκύουν μαθητές – πελάτες και χρηματοδότηση. Όσα δεν ανταποκρίνονται, κλείνουν. Η κατάργηση του σχολείου της γειτονιάς με καθορισμένα όρια εγγραφών και η θέσπιση του «δικαιώματος των γονιών στην ελεύθερη επιλογή σχολείου» γενικεύει αυτή τη διαδικασία. Οδηγούμαστε σε επιλεκτικές εγγραφές μαθητών και αντίστοιχους αποκλεισμούς άλλων. Στη διαμόρφωση, δηλαδή, ενός αυστηρά ελιτίστικου σχολείου, καθώς παιδιά με φτωχό οικονομικό ή πολιτιστικό υπόβαθρο, παιδιά μεταναστών, ή με ειδικές ανάγκες θα θεωρούνται βαρίδια για τις επιδόσεις του σχολείου και θα αποκλείονται.

«Να εμπεδώσουν οι πληβείοι τη θέση τους»
Αυτές οι επιχειρούμενες αλλαγές αποτελούν και μια τεράστια ιδεολογική επίθεση. Η εκπαίδευση αποτελεί ένα πολύπλοκο μηχανισμό αναπαραγωγής της ταξικής διαίρεσης και ανισότητας της κοινωνίας. Η αστική τάξη εξασφαλίζει για λογαριασμό της το εργατικό δυναμικό που έχει ανάγκη και με τα χαρακτηριστικά εκείνα που της είναι αναγκαία για να διατηρεί τον έλεγχό της στα μέσα παραγωγής σε μια δοσμένη χρονική περίοδο. Ταυτόχρονα, εξασφαλίζει την αναπαραγωγή των ιδεών της ως κυρίαρχων ιδεών στις επόμενες γενιές. Το σχολείο χρειάζεται να συμβαδίζει όχι μόνο με τις υλικές ανάγκες της αγοράς, αλλά και τις ιδεολογικές.
Το λεγόμενο σχολείο των «ίσων ευκαιριών» που είχε επικρατήσει τουλάχιστον μεταπολεμικά, αντικαθίσταται από το σχολείο της αγοράς, όπου κυριαρχεί ο φρενήρης ανταγωνισμός. Σ’ αυτό οι πάντες και τα πάντα βαθμολογούνται και επιτηρούνται. Η απόκτηση της γνώσης δεν θεωρείται δικαίωμα όλων, αλλά ατομική ευθύνη και οικογενειακή επένδυση. Ο καθένας γνωρίζει από νωρίς την κοινωνική του θέση και προσαρμόζει τις προσδοκίες του. 
Το κράτος, οι περικοπές, οι κοινωνικές ανισότητες αθωώνονται και ο εκπαιδευτικός μετατρέπεται στον μοναδικό υπαίτιο για όλα τα δεινά της εκπαίδευσης. Όσοι δεν προσαρμόζονται στις νόρμες και το διαρκές κυνήγι των επιδόσεων χαρακτηρίζονται «αδυνατούντες» και απολύονται. Μόνιμη εργασία δεν υφίσταται ως δικαίωμα. Διαμορφώνεται ένας αυστηρά συγκεντρωτικός, γραφειοκρατικός μηχανισμός επιτήρησης, ελέγχου και βαθμολόγησης, ο οποίος δεν έχει να κάνει σε τίποτα με τις πραγματικές ανάγκες των μαθητών και των εκπαιδευτικών. Στην πραγματικότητα επιβάλλεται ο πιο σκληρός και ασφυκτικός έλεγχος του κράτους μέσα στην ίδια τη σχολική αίθουσα. Είναι χαρακτηριστικό ότι εκτός από το νέο διοικητικό ρόλο που ετοιμάζουν για τους διευθυντές, τους δίνουν τη δυνατότητα ελέγχου και παρέμβασης στο μάθημα, μετατρέποντάς τους και σε «παιδαγωγικούς» γκαουλάιτερ του σχολείου.
Δεν πρόκειται να εγκαθιδρυθούν συνθήκες καλύτερου μαθήματος. Το αντίθετο. Κυρίαρχος στην τάξη δεν θα είναι πλέον η αλληλεπίδραση των πολυποίκιλων και πολύπλοκων αναγκών των μαθητών με τις προσπάθειες των εκπαιδευτικών να ανταποκριθούν σε αυτές. Αντίθετα, όλα θα καθορίζονται από την επιτακτική ανάγκη οι μαθητές να επιτύχουν όσο το δυνατό καλύτερα αποτελέσματα στα διαρκή τεστ αξιολόγησης, βάσει των οποίων θα κρίνονται σχολείο και εκπαιδευτικοί.
Στο σχολείο της κρίσης η γνώση και το περιεχόμενό της πρέπει να αλλάξει. Η συνολική κριτική θεώρηση του κόσμου, της κοινωνίας, του παρελθόντος και της επιστήμης πρέπει να αντικατασταθεί από την εκμάθηση της διαχείρισης σκόρπιων πληροφοριών, ασύνδετων μεταξύ τους καθώς και συγκεκριμένων δεξιοτήτων, τις οποίες ο μαθητής θα πρέπει να αναπτύξει. Θέλουν το σχολείο να παράγει ένα φτηνό εργατικό δυναμικό, ικανό να ανταποκριθεί στις ανάγκες μιας ευμετάβλητης αγοράς εργασίας σε συνθήκες κρίσης. Ο θεσμός της μαθητείας στα ΕΠΑΛ είναι χαρακτηριστικός της υποβάθμισης της τεχνικής εκπαίδευσης. Το σχολείο με τις ταυτόχρονες καταργήσεις τομέων και ειδικοτήτων, τις ηλεκτρονικές εγγραφές μετατρέπεται σε ινστιτούτο κατάρτισης. Η μαθησιακή διαδικασία διαλύεται και οι καθηγητές γίνονται «επόπτες εργασίας». Οι μαθητές, για να πάρουν απολυτήριο, χαρίζονται στην εργοδοσία και τους δήμους ως δωρεάν και αναλώσιμο εργατικό δυναμικό.
Παράλληλα με αυτά, ο μελλοντικός εργαζόμενος πρέπει να έχει αποκτήσει πίστη και προσήλωση στις αξίες της αγοράς, της εργασιακής ιεραρχίας και πειθαρχίας, της αστικής δημοκρατίας, της ΕΕ, του έθνους, της ορθοδοξίας. Η ύπαρξη μαθημάτων ιδεολογικού φρονηματισμού και η καθημερινή τελετουργία της σχολικής ζωής (παρελάσεις, εκκλησιασμοί, προσευχές, πειθαρχία, τιμωρίες κλπ) θεωρούνται απαράβατες αξίες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος και δεν αμφισβητούνται από κανένα αστικό επιτελείο. Θεσμοί μάλιστα όπως ο ΣΕΒ επιδιώκουν την ενίσχυσή τους ζητώντας την αύξηση των ωρών μαθημάτων επιχειρηματικότητας και κοινωνικής αγωγής.

Επίμονη Αντίσταση
Η προσπάθεια της ελληνικής αστικής τάξης να επιβάλλει το σχολείο της αγοράς δεν είναι καινούργια. Κρατά σχεδόν τριάντα χρόνια. Για τα διάφορα αστικά think tanks η ελληνική εκπαίδευση έχει χαμηλή αποδοτικότητα και «ποιοτικούς δείκτες» γιατί έχει αργήσει να προσαρμοστεί στις ανάγκες της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς. Αιτιολογούν αυτή τη θεώρηση χρησιμοποιώντας αποτελέσματα αμφισβητήσιμων μεγεθών μέτρησης της «ποιότητας» της εκπαίδευσης καθώς και διαγωνισμούς (διεθνής διαγωνισμός PISA κλπ) που έχουν θεσπιστεί και δομηθεί με βάση νεοφιλελεύθερης έμπνευσης θεωρήσεις για το σχολείο, τη γνώση, τις διαδικασίες πρόσκτησής της, τη δόμηση και τη χρηστικότητά της.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι διαφορετική. Οι συνεχείς νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις δεν έχουν κατορθώσει να διαμορφώσουν καλύτερες συνθήκες ούτε στην οικονομία, όπως ισχυρίζονταν οι εμπνευστές τους, ούτε στο βιοτικό επίπεδο της νέας γενιάς. Το βάθεμα της κρίσης, η κατάρρευση τομέων της παραγωγής, η ανεργία, η μαζική μετανάστευση υψηλά ειδικευμένων εργαζομένων και επιστημόνων, η τεράστια αναντιστοιχία σπουδών και αντικειμένου εργασίας εκατοντάδων χιλιάδων νέων καταρρίπτουν έναν προς έναν τους ισχυρισμούς των αστών. Ακόμη και η «παιδαγωγική» που εισάγουν αποδεικνύεται αποτυχημένη. Η πρόσφατη κατάργηση του βιβλίου των μαθηματικών της Ε Δημοτικού, το οποίο οι δάσκαλοι στην πράξη το είχαν θέσει σε αχρηστία προ πολλού, το υπογραμμίζει.
Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι πολύ χειρότερα αν δεν υπήρχε ο παράγοντας της αντίστασης. Η εκπαιδευτική διαδικασία δεν είναι μονοσήμαντη. Το σχολείο αποτελεί χώρο σύγκρουσης αντιλήψεων, ιδεών, κουλτούρας, ηθικής κλπ.
Τα παιδιά της εργατικής τάξης δεν είναι λευκό χαρτί. Έχουν τις δικές τους παραστάσεις της ζωής και τις δικές τους εμπειρίες, που έρχονται σε σύγκρουση με τα αστικά ιδεολογήματα. Αντιλαμβάνονται, ακόμη και ενστικτωδώς, τις αντιφάσεις του εκπαιδευτικού συστήματος. Θέτουν τα δικά τους ερωτήματα και αμφισβητούν. Έχουν τα δικά τους δίκτυα επικοινωνίας και συλλογικής οργάνωσης. Στα Χανιά πριν από δύο χρόνια η οργάνωση ενός κύματος μαζικών καταλήψεων και διαδηλώσεων μαθητών με μοναδικό αίτημα να μπουν τα προσφυγόπουλα στα σχολεία οργανώθηκε από αντίστοιχα δίκτυα.
Η ύπαρξη του σχολείου της γειτονιάς παίζει σημαντικό ρόλο ιδιαίτερα στις λαϊκές και εργατικές συνοικίες, όπου οι αγώνες και οι εμπειρίες της εργατικής τάξης αφήνουν έντονο το αποτύπωμά τους στη σχολική ζωή και στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης. Αυτοί οι παράγοντες ήταν καθοριστικοί σε μάχες που δόθηκαν σε σχολεία, όπως τα μαθήματα για τα παιδιά της πακιστανικής κοινότητας στα Σεπόλια ή της αλβανικής κοινότητας στα Χανιά. Η γειτονιά και οι μαθητές έπαιξαν τεράστιο ρόλο.
Οι εκπαιδευτικοί είναι το πιο οργανωμένο τμήμα των αντιστάσεων. Έχουν ισχυρά συνδικάτα και μεγάλες δυνατότητες παρέμβασης και λόγου τόσο μέσα όσο και έξω από την αίθουσα διδασκαλίας. Οι εμπειρίες τους, η ταξική τους θέση, οι σκληροί και συνεχείς αγώνες παίζουν ρόλο και στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης. Αποτελούν αντίβαρο στο κλίμα αναπαραγωγής των κοινωνικών ανισοτήτων, του άκρατου και αδυσώπητου ανταγωνισμού, της απόρριψης και του κοινωνικού αποκλεισμού που προάγει το σχολείο στον καπιταλισμό. Η αλληλεγγύη, η ισότητα, η προσπάθεια να υπάρξει ανταπόκριση στις ανάγκες όλων των παιδιών ανεξάρτητα από φυλή, σωματική ικανότητα, φύλο, τάξη αποτελούν ακόμη ισχυρές αξίες της εκπαιδευτικής πράξης.
Οι αντιστάσεις στην Ελλάδα έχουν πάρει χαρακτηριστικά μεγάλων πολιτικών μαχών που έχουν διαμορφώσει το εκπαιδευτικό τοπίο, αποδυναμώνοντας τις νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες. Αυτό που οι αστοί ονομάζουν «καθυστέρηση» της ελληνικής εκπαίδευσης εκφράζει την αποτυχία τους να εφαρμόσουν τις πιο σκληρές επιλογές τους στο ελληνικό σχολείο, λόγω της επίμονης και πεισματικής αντίστασης του εκπαιδευτικού κινήματος, που έχει ακυρώσει απανωτές προσπάθειές τους.
Οι νεοφιλελεύθερες ιδέες ποτέ δεν κατόρθωσαν να κερδίσουν την ηγεμονία μέσα στον κόσμο της εκπαίδευσης. Τα πολλαπλά κύματα νικηφόρων φοιτητικών και μαθητικών καταλήψεων, η ακύρωση της αξιολόγησης το 1992-93, το 1997, το 2010-14, η επιτυχία των μαζικών διορισμών το 2002-03, η επαναπρόσληψη των απολυμένων το ‘15, η αποτροπή του κύματος συγχωνεύσεων επί Αρβανιτόπουλου, η είσοδος των προσφυγόπουλων στα σχολεία και παλιότερα των μεταναστών, η αλματώδης αύξηση των παιδιών που φοιτούν στις τάξεις ένταξης κ.α. δεν θα ήταν δυνατές αν είχε επικρατήσει ο συμβιβασμός.
Η «άνοιξη των αναπληρωτών» την προηγούμενη χρονιά δεν έπεσε από τον ουρανό. Είναι παιδί της αγωνιστικής παράδοσης και κομμάτι των μαχών των συμβασιούχων του δημοσίου για το δικαίωμα στη δουλειά. Ξαναζωντάνεψαν οι καλύτερες παραδόσεις. Η απεργιακή κινητοποίηση, η μαζική οργάνωση και κινητοποίηση της βάσης, η κατάληψη, η γενική συνέλευση, ο συντονισμός από τα κάτω. Μέσα στα σχολεία έχει αρχίσει να αναπτύσσεται μια νέα γενιά αγωνιστών που, σε συνδυασμό με την παλαιότερη εμπειρία, μπορεί να κάνει θαύματα.
Όπως σε όλες τις κρίσιμες καμπές στο παρελθόν, έτσι και τώρα, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία προσφέρει συναίνεση. Η επιμονή τους να πάρει εθνικιστική απόφαση το συνέδριο της ΔΟΕ για το Μακεδονικό, αλλά όχι για απεργία -αποχή από την αξιολόγηση, το υπογραμμίζει. ΔΟΕ και ΟΛΜΕ στήριξαν απροκάλυπτα την κυβέρνηση σε μια σειρά περιπτώσεις. Την ίδια στιγμή που στελέχη της ΔΑΚΕ πρωταγωνιστούν στο να αποβάλουν τα προσφυγόπουλα από τα σχολεία όπως στη Χίο, είναι αναγκασμένοι να κρατούν αποστάσεις από τις επιθέσεις προκειμένου να δικαιολογήσουν το ρόλο τους στη βάση του κλάδου. Έτσι η ΔΑΚΕ αναγκάστηκε να αποστασιοποιηθεί από τους τσαμπουκάδες του Μητσοτάκη.
Η εκπαιδευτική αριστερά πρέπει να αντιμετωπίσει την περίοδο έχοντας υψηλές προσδοκίες γιατί οι προκλήσεις που έχει μπροστά της είναι μεγάλες. Να ανοίξει μέτωπο με τις λογικές συμβιβασμού και αποδοχής ως τετελεσμένων, των θυσιών που έχουν σημάνει τα μνημόνια. Να γυρίσουμε ξανά στη βάση και να δώσουμε όλες τις δυνάμεις στην οργάνωση πρωτοβουλιών για την υπεράσπιση κάθε πτυχής αυτού που ξέρουμε ως δημόσιο και δωρεάν σχολείο. Η συναδέλφισσα και ο συνάδελφος της διπλανής τάξης είναι αυτοί που καταλαβαίνουν καλύτερα από οποιονδήποτε, σε τίνος πλάτη θα ξεσπάσει η επιστροφή των επιθεωρητών με όρους ελεύθερης αγοράς. Η συνεύρεση της βάσης με τις πρωτοβουλίες ριζοσπαστικών ρευμάτων ήταν αυτή που σε κάθε κρίσιμη στιγμή καθόριζε τις εξελίξεις.
Μέσα από τους αγώνες για την υπεράσπιση των υλικών συνθηκών της εκπαίδευσης προβάλει η δυνατότητα και η αναγκαιότητα να διεκδικήσουμε ένα διαφορετικό σχολείο. Διεκδικούμε ένα σχολείο που θα τροφοδοτεί δωρεάν τη νεολαία με όλα τα σύγχρονα και παραδοσιακά υλικά μέσα, για να κατακτήσει μια ολόπλευρη γνώση, να αναπτύξει κριτική σκέψη για τον κόσμο που την περιβάλλει, συνείδηση του εαυτού της και του ρόλου της στην κοινωνία. 
Ένα σχολείο που δεν θα βασίζεται στον διαχωρισμό πνευματικής – χειρωνακτικής εργασίας και θα παρέχει μια πολυτεχνική εκπαίδευση. Ένα σχολείο δημοκρατικό, χωρίς ταξικά κόσκινα και εξεταστικούς φραγμούς, στο οποίο αφετηρία της εκπαιδευτικής πράξης θα αποτελούν οι ανάγκες της εργατικής τάξης και των παιδιών της για γνώση, πολιτισμό, άθληση. Ένα σχολείο που θα βασίζεται στον αλληλοσεβασμό, τη συνεργασία μαθητών-εκπαιδευτικών και τη συλλογική εργασία. Χωρίς προβολή ως κυρίαρχης μιας και μοναδικής κουλτούρας, εθνότητας, θρησκείας, συμπεριφοράς, προσανατολισμού στην οποία όλες οι υπόλοιπες πρέπει να υποταχθούν και να ενσωματωθούν. Χωρίς αναπαραγωγή σεξιστικών διαφοροποιήσεων και προτύπων. Ένα σχολείο, όπου οι σωματικές ή νοητικές δυσικανότητες δεν θα αποτελούν εμπόδιο αλλά αφετηρία για συνύπαρξη και συνεργασία. Ένα σχολείο βασισμένο στις επιστημονικές εξελίξεις κόντρα στον σκοταδισμό και τις πολιτικές σκοπιμότητες των αστών, το οποίο θα δίνει στους εργαζόμενους τις γνώσεις και τη δυνατότητα να ελέγξουν τη δουλειά και τη ζωή τους.
Οι μάχες αυτές πρέπει να δοθούν μέσα στα συνδικάτα, προσπαθώντας να εξασφαλίσουμε τη μέγιστη ενότητα των εργαζομένων. Μόνο έτσι η βάση και οι πρωτοβουλίες της θα γίνουν πιο δυνατές και θα αναγκάσουν τους γραφειοκράτες να συρθούν πίσω τους.
Αντιφασιστικές και αντιρατσιστικές καμπάνιες, όπως στις 15 Σεπτέμβρη πρέπει να βρουν μαζική ανταπόκριση και οργάνωση στη βάση. Πάνω απ’ όλα όμως δεν μπορούμε να στερήσουμε το κίνημα από τα ισχυρότερα όπλα του. Ιδιαίτερα το υπερόπλο της απεργίας. Οι Αμερικανοί συνάδελφοι έδειξαν, ακόμη και σε πολύ χειρότερες συνθήκες και σχέσεις εργασίας, ότι η χρήση του μπορεί να οδηγήσει σε περήφανες νίκες. Στην Ελλάδα κάτι τέτοιο θα έχει πολλαπλάσιες συνέπειες.  

Σημειώσεις
1. Όλα τα στοιχεία προέρχονται από την ετήσια έκθεση για την εκπαίδευση 2017-2018 του ΚΑΝΕΠ – ΓΣΕΕ https://www.kanep-gsee.gr/wp-content/uploads/2018/05/ETEKTH_2017-28.pdf
2. Για μια πιο αναλυτική περιγραφή της κατάστασης στα Νηπιαγωγεία δες «η Τάξη μας » τεύχος αρ. 25 Απρίλης 2018.
http://i-taksi-mas.blogspot.com/2018/05/blog-post_80.html
Δήμοσιεύτηκε στο τεύχος 130 του περιοδικού ''ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ απο τα ΚΑΤΩ''

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου